ούρλιαξα μέσα στο δάσος, Χάϊμα, και δεν μου απαντησε κανείς.
Η Χαϊμα είχε χαθεί για πάντα.
Ήταν ένα τοσο δα άσπρο πλασματάκι όταν την βρήκα, που κουνουσε τα αυτιά του όταν του μιλούσες. Ήθελα να την μεγαλώσω σωστά- την έβγαζα βόλτα στο πάρκο για να παίξουμε, ήθελα να την δω χαρούμενη και στα αληθεια, ωρες ωρες ήτανε σαν να μου χαμογελάει.
Της χαμογελούσα και γώ συνεχώς. Νομίζω ήμουν ευτυχισμένη όσο υπήρχε η Χάϊμα τριγύρω.
Δεν ξέρω πως την έχασα. Έχω ξεχάσει τα πάντα γύρω απο κείνη την ημέρα. Που να ήμουν, με ποιούς, απο πού ξεκινήσαμε.
Θυμάμαι μόνο πως τρελάθηκα, οταν την φώναξα για δεύτερη φορά και δεν ήρθε.Σκέφτηκα ότι κάποιος μου την έκλεψε, και σκέφτηκα πως θα του κάνω κακό αν τον βρώ. Ήταν μέρα, ήταν σκοτεινά οι ώρες δεν είχαν πια καμια σημασία. Ήμουν μόνη , σε μια πλαγιά και φώναζα το όνομα της. Οι φωνές και οι τύψεις είχαν στεγνώσει το λαιμό μου. Σκούπισα με το μανίκι τα μάτια μου, αλλα και πάλι δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα μέσα στο σκοτάδι.
Γύρισα στο σπίτι. Δεν άναψα τα φωτα, ένιωσα μόνο την ανάγκη να πιω κάτι.Έψαξα για το σακίδιο μου στα σκοτεινά και το βρήκα ασυνήθιστα μεγάλο.
Απόρησα. Το σακίδιο έμοιαζε παραφουσκωμένο, σαν να έχω στριμώξει κάτι μέσα , σαν να πασχίζει να βγει να πάρει άερα- και τότε θυμήθηκα:
Είχα κλείσει την Χάϊμα μέσα στο σακίδιο για να μην φύγει. Ειχα κλείσει την καημένη την Χάϊμα μέσα σε ένα γαμημένο σακίδιο. Το έσκισα βιαστικά, και την βρήκα, πιο μικροκαμωμένη απ'ότι θυμόμουν, ακούνητη σαν να κοιμόταν, έμοιαζε στεγνή και σταφιδιασμένη. Προσπαθούσα να υπολογίσω το χρόνο (είναι ζωντανη...;) έχει παθει αφυδάτωση (έιναι ζωντανή....;) γιατι δεν αναπνέει, έπιασα έναν μικρο παλμό και την πήγα μέχρι την βρύση , το νερό της πάγος, και της έδινα να πιει με τις χούφτες μου.
Τουλάχιστον ήταν ζωντανή.
Αφού την έβαλα στο κρεβάτι να κοιμηθεί, έκατσα σε μια γωνία εξαντλημένη. Είχα χάσει την Χάϊμα δυο φορές μέχρι τώρα, και δεν προκειται να μου το συγχωρήσω ποτέ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου